Ινστιτούτο Δημοκρατίας Ομιλία Γ. Ρέτσου 15-12-2011

16/12/2011
15-12-2011

Ομιλία του προέδρου της ΠΟΞ κ. Γιάννη Α. Ρέτσου στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στην ημερίδα με τίτλο «Ελληνική Οικονομία, κατακτώντας το αύριο»

Αξιότιμοι….,

Είναι γεγονός ότι η χώρα μας έχει βρεθεί σε ένα δύσκολο σημείο του παγκόσμιου χώρο-χρόνου αλλά και της ιστορίας της -και σε απόλυτα δυσμενή θέση.
Δε θα αναφερθώ στην περιγραφή της κατάστασης που επικρατεί, σε Ελλάδα και Ευρώπη, που όλοι μας ζούμε και όλοι γνωρίζουμε τη διαδρομή της. Το μέγα ζητούμενο, όπως προκύπτει κι απ’ τον τίτλο της ημερίδας που συμμετέχουμε, είναι οι τρόποι με τους οποίους θα ξεφύγουμε απ’ αυτή την ιδιόμορφη στα σημεία της «δίσεκτη εποχή» και την υποχώρηση – ώστε να «κατακτήσουμε το αύριο»…

Είναι κοινά αποδεκτό -και δυστυχώς το τεκμηριώνουν η πραγματικότητα και όλα τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας- ότι η Ελλάδα κι οι Έλληνες- διαθέτουμε ελάχιστους τρόπους, πλέον, για να «κατακτήσουμε το αύριο» ή τουλάχιστον πολύ λιγότερα απ’ όσα είχαμε στο παρελθόν ή απ’ όσα διαθέτουν άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Είναι ελάχιστοι οι υγιείς εναπομείναντες τομείς με την κατάλληλη και προαπαιτούμενη υποδομή, τους απαραίτητους μηχανισμούς και τη δυναμική, οι οποίοι ενδεχομένως μπορούν να «σύρουν την άμαξα» της ανάπτυξης – και της καινούργιας μέρας- που αποτελεί το μείζον ζητούμενο.
Ο καταλληλότερος όλων των τομέων, ο οποίος τηρεί τις παραπάνω προδιαγραφές -και αυτή δεν είναι άποψη μόνο του τουριστικού κόσμου- είναι ο Τουρισμός, ο οποίος από φύση και θέση κατ αρχήν, διαθέτει ορισμένες βασικές ιδιότητες:

Πρώτον, ενώνει, ενεργοποιεί και συνεργάζεται με όλους, δραστηριοποιώντας και τους λοιπούς τομείς παραγωγής. Ας μην ξεχνάμε πως ο Τουρισμός μπορεί, τόσο να συνεργαστεί στενά μαζί τους, όσο και να τους στηρίξει ουσιαστικά ως ενδιάμεσος. Πρωτογενής και δευτερογενής τομέας μπορούν έως και να συντηρηθούν από έναν εύρωστο Τουρισμό-ιδιαίτερα στην Ελληνική Περιφέρεια.

Δεύτερον, ο Τουρισμός, καθώς είναι συνυφασμένος με τον πολιτισμό, την προστασία του περιβάλλοντος και την τεχνολογία, είναι ο πλέον συμβατός με τις διεθνείς τάσεις: Αφενός γίνεται ο βασικός υποστηρικτής, διασώστης, αλλά και φρουρός των στοιχείων εκείνων που αποτελούν το βασικό του «κεφάλαιο», δηλαδή της φύσης και του πολιτισμού. Αφετέρου οφείλει να είναι ο πλέον σύγχρονος σε ότι αφορά στην προσφορά και στο προϊόν του – προκειμένου να μπορεί να είναι ανταγωνιστικός.

Πέραν αυτών, ο Τουρισμός στηρίζει με τον καλύτερο τρόπο (και αναφέρομαι ενδεικτικά):
1. τις θέσεις εργασίας και την απασχόληση σε κάθε μορφή (όχι μόνο στις τουριστικές επιχειρήσεις, αλλά κσι σε όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας μιας περιοχής),
2. τις μεταφορές (εντός κι εκτός χώρας και με κάθε μέσο),
3. τις δομές κατά τόπους και τις υπηρεσίες (ακόμη και σε υποβαθμισμένους κατά τα άλλα ή ακριτικούς προορισμούς),
4. την επανασύνταξη και επαναλειτουργία των περιοχών, αφού περιορίζει την ερήμωση και την εγκατάλειψη και τις ουσιαστικές απώλειες από τη μετανάστευση, δημιουργώντας με τα κατάλληλα κίνητρα νέες θέσεις εργασίας, βοηθώντας ταυτόχρονα τον επαναπατρισμό ανθρώπων και κεφαλαίων,
5. την σύνδεση με το πρωτοποριακό ή έστω το σύγχρονο (προκειμένου να υπάρχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα) –άρα παρασύρει προς τα «εμπρός» την επιχειρηματικότητα, την εκπαίδευση, την ποιότητα της προσφοράς, τις κατά τόπους υποδομές και εκσυγχρονίζει τους μηχανισμούς…
6. Τέλος, ασκεί πιέσεις προς την όποια κατά τόπους κρατική μηχανή (μέσω των αναγκών φιλοξενίας και καλύτερης εξυπηρέτησης των τουριστών) παρασύρει δηλαδή σε δράσεις είτε την τοπική αυτοδιοίκηση, είτε τους εμπλεκόμενους φορείς.

Μια σειρά από εντυπωσιακά, οικονομικά τεκμηριωμένα στοιχεία περί Τουρισμού και συμβολής του στην ελληνική οικονομία, που έχει συγκεντρώσει τόσο ο ΣΕΤΕ όσο και το ΙΤΕΠ, αλλά και πολλά πανεπιστημιακά ιδρύματα, ερευνητικά κέντρα και τρίτοι μελετητές, όπως π.χ. πρόσφατα η Mc Kinsey στη μελέτη για την Ελληνική οικονομία του μέλλοντος, έρχονται να τεκμηριώσουν απολύτως τα παραπάνω, είναι αναρτημένα στο διαδίκτυο και προσιτά σε όλους όσοι θέλουν να μελετήσουν τη δύναμη του Ελληνικού Τουρισμού και την ικανότητά του να «κατακτήσει το αύριο». Εγώ ενδεικτικά θα υπενθυμίσω ότι ο Τουρισμός:

Εδώ και δεκαετίες είναι ο σημαντικότερος και ο δυναμικότερα αναπτυσσόμενος τομέας της ελληνικής οικονομίας. Την τελευταία δεκαετία, ο τουρισμός συνεισφέρει σταθερά περισσότερο από το 16% του ΑΕΠ (με τη φετινή αύξηση του τουριστικού συναλλάγματος κατά 10%, ξεπέρασε το 17% του Α.Ε.Π. της χώρας), απασχολεί το 20% του εργατικού δυναμικού (1.000.000 οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από τον τουρισμό) και καλύπτει το 1/3 του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου. Προσελκύει περί τα 15-16 εκατομμύρια ξένους επισκέπτες ετησίως, υπερδιπλασιάζει δηλαδή ουσιαστικά τον πληθυσμό της χώρας. Και όλοι αυτοί, καταναλώνουν και αγοράζουν πάσης φύσεως υπηρεσίες.

Σύμφωνα με την πρόσφατη μελέτη της McKinsey, μέχρι το 2021, η Άμεση Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του τουρισμού (άμεση και έμμεση συνεισφορά) μπορεί να αυξηθεί κατά 20 δισ. Ευρώ και να φτάσει τα 54.7 δισ. Ευρώ, δημιουργώντας παράλληλα 220.000 νέες θέσεις εργασίας. Αυτό αντιστοιχεί στο 36% της εκτιμώμενης συνολικής ανάπτυξης της χώρας και στο 44% του αριθμού των νέων θέσεων εργασίας για την επόμενη δεκαετία. Ο ελληνικός τουρισμός, μεσούσης μιας πρωτοφανούς κρίσης, απεδείχθη ακόμη μια φορά εξαιρετικά ανθεκτικός.
Παρά την ιδιαίτερα αρνητική δημοσιότητα που έλαβε από το 2008, τη σχεδόν μηδενική προβολή του, αλλά και την εμφανή απουσία μάρκετινγκ, παρουσίασε έως και αύξηση. Ας μην ξεχνάμε πως η ελληνική κρίση δεν επιδρά σε μέγιστο βαθμό στα αποτελέσματα των περισσοτέρων κλασσικών τουριστικών προορισμών, παρά μόνο αυτών οι οποίοι στηρίζονται στον Έλληνα τουρίστα.

Άρα ο Τουρισμός είναι:
1. Ο «συνδετικός κρίκος» για όλο τον «οικονομικό ιστό» μιας χώρας όπως η Ελλάδα,
2. Το «σημείο αναφοράς» των τομέων παραγωγής και πολλών διαφορετικών και ενίοτε ασύνδετων δραστηριοτήτων κατά τόπους, άρα και
3. Ο βασικός μοχλός της οικονομίας και της περιφερειακής ανάπτυξης κι αυτό δεν είναι λόγια-είναι μια τεκμηριωμένη αλήθεια.

Για να αποδώσει όμως ο Τουρισμός και να επιτύχουμε την αποτελεσματική συμμετοχή του σε όλα τα παραπάνω, απαιτούνται οι κατάλληλες συνθήκες, τις οποίες δεν μπορούν να χρεωθούν, αλλά ούτε και να διαμορφώσουν μόνοι τους οι επιχειρηματίες του Τουρισμού. Η Πολιτεία καλείται να παίξει σ αυτό, ουσιαστικό, καθοριστικό και επιτελικό ρόλο. Απ’ αυτήν προσδοκούμε καταρχήν να εμπεδώσει επιτέλους ότι ο Τουρισμός, στην παρούσα φάση, «μπορεί» καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλο τομέα, να ζωντανέψει τη χώρα – και αντιλαμβανόμενη αυτό, να του αναγνωρίσει τον κυρίαρχο ρόλο του στην ανάκαμψη της Οικονομίας της χώρας. Όχι με λόγια πλέον, αλλά έμπρακτα:

Ο ΣΕΤΕ έχει δύο δέσμες προτάσεων που θα επιτρέψουν στον Τουρισμό να συνεισφέρει περισσότερα. Η πρώτη, μέσω της ταχείας αύξησης της ζήτησης βραχυπρόθεσμα στο διάστημα 2012-2014. Η δεύτερη, μέσω της εφαρμογής πολιτικών που θα αποδώσουν στο μεσο-μακροπρόθεσμο διάστημα 2015-2021 και μετά. Απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας, η άμεση εφαρμογή και των δύο.
Η φιλοσοφία του ΣΕΤΕ για τον Τουρισμό περιλαμβάνει μέτρα και προτάσεις για τη δημιουργία ενός σταθερού, ελκυστικού και διαφανούς φορολογικού και εργασιακού περιβάλλοντος, την αναβάθμιση της ξενοδοχειακής υποδομής, προσέλκυση επενδύσεων αιχμής, όπως ξενοδοχεία πολυτελείας και ολοκληρωμένα συγκροτήματα μεικτής χρήσης, συνδυαζόμενα με την τουριστική κατοικία και δίκτυο μαρίνων. Επίσης, ζητάμε την πραγματική απελευθέρωση της κρουαζιέρας, η οποία θα συνδυαστεί με ουσιαστικά έργα υποδομής, επιχειρησιακής και λειτουργικής αναβάθμισης των αεροδρομίων και των λιμένων.

Πέραν αυτών, χρειαζόμαστε την εισαγωγή ενός απλού, σταθερού και ελκυστικού φορολογικού συστήματος, το οποίο θα παραμείνει αμετάβλητο για τουλάχιστον 5-10 χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, η φετινή χρονιά απέδειξε με αριθμούς ότι η υπαγωγή όλου του τουριστικού πακέτου στο χαμηλό συντελεστή του 6.5%, πέραν του ότι ενισχύει την ανταγωνιστικότητα, οδηγεί σε επιπλέον έσοδα άρα και περισσότερους φόρους. Παράλληλα, η υπερφορολόγηση, η οποία έχει ξεφύγει από τη λογική της επιβάρυνσης των κερδών και έχει φτάσει στην εξοντωτική επιβάρυνση των εργαλείων δουλειάς (κλασσικό παράδειγμα το «χαράτσι» στα ξενοδοχεία), το μόνο που καταφέρνει είναι να διώχνει επενδύσεις και να απαξιώνει τις υφιστάμενες.

Η μείωση της γραφειοκρατίας είναι ένα επιπλέον ζητούμενο και φαίνεται ότι το κείμενο στο οποίο έχει καταλήξει το ΥΠΟΤ με τη συνεργασία μας και το οποίο, όπως μας έχουν διαβεβαιώσει, θα περάσει από το υπουργικό συμβούλιο μέσα στο Δεκέμβριο, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, εφόσον βέβαια τελικά αποτελέσει νόμο του κράτους.

Επίσης αναγκαία είναι η βελτίωση του υπάρχοντος αναπτυξιακού νόμου, αλλά και η ολοκλήρωση του ειδικού χωροταξικού για τον Τουρισμό (με προτεραιότητα στις επενδύσεις τουριστικής υποδομής, στα υψηλής ποιότητας projects και στον εκσυγχρονισμό των υφισταμένων). Όχι άλλες επιδοτήσεις οριζόντιου χαρακτήρα, αλλά μόνο φορολογικά κίνητρα.

Για τα θέματα βίζας, τουριστικής εκπαίδευσης, αλλά και φόρων αεροδρομίων, ο ΣΕΤΕ έχει κάνει αναλυτική τοποθέτηση – και δε θέλω να σας κουράσω. Θα τονίσω όμως ότι ίσως το σημαντικότερο όλων, θα ήταν στην παρούσα φάση η δημιουργία της εταιρείας «μάρκετινγκ» για τον Ελληνικό τουρισμό, με τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σύμφωνα με την πρόταση του ΣΕΤΕ, η οποία αυτή τη στιγμή είναι σε φάση τελικής επεξεργασίας από το ΥΠΟΤ.

Η ελληνική Πολιτεία λοιπόν, είτε,
*θεσμοθετώντας, Αυτόνομο Υπουργείο Τουρισμού, Εταιρεία και Μηχανισμό “μάρκετινγκ & branding” με δημόσιο και ιδιώτες, Οργανισμούς Διαχείρισης Προορισμών, κ.λπ., είτε
*ενισχύοντας τις υπάρχουσες ιδιωτικές επενδύσεις, αλλά και προσελκύοντας καινούργιες, είτε
*δίνοντας κίνητρα για επαναπατρισμό κεφαλαίων και για δημιουργία βιώσιμων επενδύσεων στην περιφέρεια, είτε
*στηρίζοντας τις επιχειρήσεις σε ότι αφορά στην απασχόληση εργαζομένων (π.χ. επιδοτούμενα προγράμματα εργασίας και όχι ανεργίας) και στην απορρόφηση εξειδικευμένων στελεχών και υπαλλήλων, είτε
*απλοποιώντας τις διαδικασίες εφ’ όλης της ύλης, είτε
*βελτιώνοντας τις κατά τόπους γενικές και ειδικές υποδομές και υπηρεσίες, εκσυγχρονίζοντας, αξιοποιώντας, προβάλλοντας τις υπάρχουσες ή δημιουργώντας, όπου είναι αναγκαίο, νέες (π.χ. συνεδριακό Αθήνας…) είτε- τέλος-
*παρέχοντας τις «αναγκαίες διευκολύνσεις» προς τρίτους (π.χ. ολική άρση καμποτάζ, φθηνά τέλη αεροδρομίων, χαμηλό ΦΠΑ- για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας),
θα μπορούσε να επιτύχει οι υφιστάμενες τουριστικές υποδομές και η δυναμικότητα σε κλίνες να μπορούν να εξυπηρετήσουν διεθνή ζήτηση περισσότερη από 20 εκατ. αφίξεις. Αυτό σημαίνει περίπου 20% περισσότερο από τα σημερινά επίπεδα των 16,5 εκατ. Αυτή η αύξηση είναι επιτεύξιμη μέχρι το 2014 και θα μπορούσε να συνεισφέρει περί τα 5 δισ. Ευρώ κατ’ έτος στην ευρύτερη οικονομία, ξεπερνώντας μάλιστα τις εκτιμήσεις της McKinsey.

Αγαπητοί φίλοι, κλείνοντας έχω να επαναλάβω ότι ο Τουρισμός «μπορεί» και οι επιχειρηματίες (όπως και οι επαγγελματίες και οι εργαζόμενοι) του Τουρισμού «μπορούμε» και το έχουμε αποδείξει…
Μέχρι στιγμής και επί δεκαετίες, η Πολιτεία είναι εκείνη που «δεν μπορεί» -είτε να κατανοήσει, είτε να συνδράμει, είτε να συντονίσει, είτε να δημιουργήσει τις απαραίτητες υποδομές και προϋποθέσεις. Επειδή όμως έχουμε πλέον φτάσει σε ένα κομβικό σημείο, όπου δεν κρίνεται απλά η αύξηση ή μείωση των εσόδων των επιχειρήσεων ή του εισοδήματος των κατοίκων της χώρας μας, αλλά η επιβίωση όλων και η θέση στον αυριανό χάρτη της Ευρώπης, είτε ως ένα κράτος ισχυρό, είτε ως ο απόκληρος, ή αν θέλετε ο «μουντζούρης» κατά το κοινώς λεγόμενο, έχουμε αποφασίσει ως Σ.Ε.Τ.Ε. να συνεργαστούμε μεν με την Πολιτεία, να την κρίνουμε όμως αυστηρά και αμείλικτα, για τυχόν καθυστερήσεις και παραλήψεις. Με δεδομένο ότι υπάρχουν καταγεγραμμένα 13 αρμόδια και συναρμόδια υπουργεία για 27 τομείς ευθύνης τριών βαθμίδων σπουδαιότητας για τον Τουρισμό, ο ΣΕΤΕ ανακοίνωσε επίσημα ότι παρακολουθεί επί καθημερινής βάσης την εξέλιξη συγκεκριμένων ζητημάτων, που άπτονται των αρμοδιοτήτων εννέα Υπουργών. Εάν αυτά προχωρήσουν και εφαρμοσθούν το επόμενο τρίμηνο, ο τουρισμός θωρακίζεται, δημιουργούνται προϋποθέσεις για νέο θετικό πρόσημο το 2012 και μπορούμε να μιλάμε για επανεκκίνηση της οικονομίας της χώρας. Οι ευθύνες των συγκεκριμένων Υπουργών απέναντι στον τουρισμό της χώρας, στην πραγματική οικονομία και στην ανάπτυξη είναι προσωπικές και μεγάλες. Η πραγματική οικονομία καταρρέει, δεν υπάρχει ούτε ώρα για χάσιμο. Ο τουριστικός κόσμος θα κρίνει τα πεπραγμένα εκάστου εξ αυτών.

Ευχόμαστε να πάνε όλα καλύτερα –και δεν έχουμε παρά να αγωνιζόμαστε γι’ αυτό…

Σας ευχαριστώ.