Ομιλία Προέδρου 22-11-2013 στο Συμβούλιο Προέδρων στην αίθουσα εκδηλώσεων «Helexpo Corona» στο Διεθνές Εκθεσιακό Κέντρο Θεσσαλονίκης

25/11/2013

Ομιλία του Προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας ξενοδόχων κ. Ιωάννη Α. Ρέτσου στο ανοικτό συμβούλιο των προέδρων ξενοδοχειακών ενώσεων – Μελών της ΠΟΞ που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013 στην αίθουσα εκδηλώσεων «Helexpo Corona» στο Διεθνές  Εκθεσιακό Κέντρο Θεσσαλονίκης

Πριν από έναν χρόνο ακριβώς, βρισκόμασταν εδώ, περίπου στον ίδιο χώρο και όλοι μαζί προσπαθούσαμε να πάρουμε δύναμη και να αντλήσουμε αισιοδοξία από την εξέλιξη της περυσινής περιόδου που ήταν μία από τις χειρότερες των τελευταίων δεκαετιών για τον ελληνικό τουρισμό και για τα ξενοδοχεία.

Τα σημεία από τα οποία μπορούσαμε να κρατηθούμε και να πατήσουμε πάνω τους για να αντικρίσουμε τη νέα, τότε, περίοδο δεν ήταν και πολλά, μέσα στο σκοτεινό περιβάλλον των Μνημονίων, της οξυνόμενης κρίσης, του συνεχιζόμενου αρνητικού αντίκτυπου για τη διεθνή εικόνα της χώρας: υπήρχε μία κυβέρνηση συνεργασίας, η χώρα εξέπεμπε για πρώτη φορά ύστερα από καιρό μηνύματα σταθερότητας και εξομάλυνσης, ως τομέας, είχαμε ξανά ένα αυτόνομο υπουργείο Τουρισμού με ηγεσία που είχε γνώση της σημασίας του Τουρισμού και των δυνατοτήτων του αλλά είχε και ευήκοα ώτα απέναντι σε εμάς τους φορείς της τουριστικής αγοράς.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι είχαμε τη δύναμη και την επιμονή να παλέψουμε ακόμα περισσότερο και να διεκδικήσουμε καλύτερες συνθήκες. Και μέσα στην λίγο-πολύ αβάσταχτη καθημερινότητα του επιχειρείν σε μία Ελλάδα σε βαθιά κρίση αλλά και στο εξωτερικό, στις αγορές και στα κέντρα όπου διαμορφώνονται τα τουριστικά ρεύματα προς τους προορισμούς.

Με κυριότερο αντίπαλο εκεί, τη δυσπιστία, τις επιφυλάξεις, την παραπληροφόρηση, την αβεβαιότητα για τον προορισμό “Ελλάδα”.

Ο λαός μας λέει, “όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος ολάκερος”.

Αυτό το βιώναμε και εξακολουθούμε να το βιώνουμε, όλο αυτό το διάστημα που κάθε πρωί κάνουμε τον σταυρό μας για το τι θα μας ξημερώσει η κάθε μέρα.

Γιατί ακόμα σήμερα, όλοι μας στον τουρισμό, λειτουργούμε και προσπαθούμε υπό τη δαμόκλειο σπάθη μίας “κακιάς ώρας”, που θα ανατρέψει, ξανά, τα πάντα και θα μας στείλει πίσω, γκρεμίζοντας όλα όσα κτίζουμε τόσο καιρό τώρα.

Ωστόσο, σήμερα εδώ, βρισκόμαστε ξανά, για να παραφράσουμε το γνωμικό. Όσα μπορεί να φέρει ένας χρόνος, δεν τα φέρνουν δεκαετίες ολόκληρες.

Βρισκόμαστε σήμερα, με αναπτερωμένες ελπίδες.

Με μεγαλύτερη αισιοδοξία.

Με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας.

Με μία θετική αίσθηση, ότι η πολιτική ηγεσία του τομέα μας βρίσκεται πολύ πιο κοντά στα ζητήματα και στα προβλήματά μας. Που νομοθέτησε σε σύντομο χρονικό διάστημα, που παρεμβαίνει, που υποστηρίζει και υποβοηθά.

Και με σοβαρές ενδείξεις ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός πιστεύει στη δυναμική του τουρισμού και αντιλαμβάνεται τη σημασία της συνεισφοράς του στην προσπάθεια εξόδου από την κρίση και επιστροφής της ελληνικής οικονομίας στην ανάκαμψη.

Μία αντίληψη που θέλουμε να δούμε να μεταλαμπαδεύεται και σε όλους τους υπουργούς και άλλους κυβερνητικούς αξιωματούχους που έχουν συναρμοδιότητα σε θέματα του τουρισμού, ή που είναι αρμόδιοι για ζητήματα που μπορεί να επηρεάσουν τον τουρισμό και τη λειτουργία των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.

 

Αν ο τουρισμός είναι το “οξυγόνο” της ελληνικής οικονομίας, τότε τα ξενοδοχεία είναι το κυκλοφοριακό σύστημα του τουρισμού.

Τα ξενοδοχεία, βέβαια, βρίσκονται σε περιβάλλον κρίσης από το 2008. Και την τελευταία τριετία, η αιχμή του marketing της Ελλάδας στον τουρισμό, ήταν η τιμολογιακή πολιτική των ξενοδοχείων.

Τα ξενοδοχεία έκαναν το χρέος τους. ‘Έτρεξαν τον μαραθώνιό τους και τερμάτισαν, με καλά αποτελέσματα για την εθνική οικονομία, για όλους όσοι συνδέονται ή εξαρτώνται από την τουριστική οικονομία.

Αλλά, σήμερα, η ξενοδοχειακή αγορά χρειάζεται επειγόντως χώρο να “αναπνεύσει” και νέες βάσεις πάνω στις οποίες να σχεδιάσει και να προγραμματίσει τις κινήσεις της.

Πέρυσι, ο ελληνικός τουρισμός άντεξε και η εξέλιξη της κίνησης έδειξε ότι περιόρισε τις απώλειες μιας φαινομενικά πολύ δύσκολης χρονιάς.

Φέτος, ο ελληνικός τουρισμός απέδειξε τη δυναμική του. Ξεπέρασε τις προβλέψεις, ως προς τους βασικούς του δείκτες, φύλαξε Θερμοπύλες και κέρδισε χαμένα εδάφη.

Προχθές, τα τελευταία στατιστικά από την Τράπεζα της Ελλάδας δίνουν αύξηση 14,4% των εισπράξεων στο εννεάμηνο, μία ανάσα από τα 11 δισ. ευρώ και  15,2% αύξηση των αφίξεων. Ο τουρισμός δηλαδή έφερε 1,345 δισ. ευρώ περισσότερα από το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.

Όλοι και εσείς και εμείς και άλλοι, συμβάλλαμε σε αυτήν την πολύ θετική πορεία. Την στροφή από την βαθιά κρίση και ύφεση, στα θετικά πρόσημα.

‘Όμως, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο, σε ανάλογη κλίμακα και για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

Η πλειονότητα των ξενοδοχείων παραμένει σε αρνητική οικονομική εικόνα, καθώς το ασφυκτικό “κοκτέιλ” των αυξημένων υποχρεώσεων, των συσσωρευμένων οφειλών και των ελάχιστων δανειακών διευκολύνσεων, της υπέρμετρης φορολόγησης, των εύκολων “τροϊκανικών” – ας μου επιτρέψετε την έκφραση – φοροεισπρακτικών λογικών και της έλλειψης ρευστότητας δυσχεραίνει τη λειτουργία τους και επισκιάζει τις προοπτικές τους.

Η φετινή καλή χρονιά δεν επαρκεί για να καλύψει τις απώλειες των περασμένων έξι.

Η εντύπωση που υπάρχει γενικά στην κοινή γνώμη είναι ότι αφού ο τουρισμός πήγε τόσο καλά, οι πρώτοι που “θησαύρισαν” είναι οι ξενοδόχοι.

Πόσο εκτός πραγματικότητας είναι αυτό το αυθαίρετο συμπέρασμα; Και πόσο άδικα και εύκολα καλλιεργείται από πολιτικές, μικροπολιτικές και άλλες σκοπιμότητες;

Το ότι πέρυσι ήμασταν από τους ελάχιστους κλάδους που υπέγραψαν Κλαδική Σύμβαση με τους εργαζόμενους διασφαλίζοντας εργασιακή ειρήνη και ομαλότητα, ότι η πλειονότητα των ξενοδοχείων για πρώτη φορά φέτος ύστερα από έξι χρόνια είδε οριακές αυξήσεις στα συμβόλαια για τις τιμές του 2014, το ότι λειτουργεί υπό συνθήκες πλήρους ξηρασίας ως προς τις κινήσεις κεφαλαίων και τις διευκολύνσεις ρευστότητας από τις τράπεζες, το ότι το ξενοδοχείο επιβαρύνεται διαρκώς από φόρους, τέλη και λειτουργικά κόστη, το ότι “τιμωρούνται” ουσιαστικά οι επιχειρήσεις που είναι συνεπείς στις ασφαλιστικές και εργοδοτικές υποχρεώσεις τους, είναι, δυστυχώς, ψιλά γράμματα για πολλούς στην πολιτική μας σκηνή και κατά προέκταση και στην καθημερινή μας πραγματικότητα.

Τα πρώτα μας μηνύματα για την περίοδο του 2014, είναι αναμφίβολα θετικά. Ίσως πολύ πιο θετικά από ό,τι περιμέναμε.

Το ζητούμενο, επομένως, αυτήν τη στιγμή για τον ξενοδοχειακό κλάδο είναι, πρώτον πως θα διασφαλίσουμε τη θετική συνέχεια και σε ακόμα καλύτερο βαθμό της φετινής περιόδου και δεύτερον, πόσο έτοιμοι θα είμαστε, πολιτεία και ιδιωτική αγορά να φθάσουμε και να διαχειριστούμε τα μεγέθη που προβλέπονται για του χρόνου.

 

Καθοριστική παράμετρος, είναι η ανάγκη βελτίωσης της θέσης της ξενοδοχειακής επιχείρησης. Σε επίπεδο οικονομικό, λειτουργικό και επιχειρηματικό.

Πέραν της ρευστότητας, των δανειακών υποχρεώσεων και του ρόλου των τραπεζών – που τελευταία, φαίνεται ότι ασχολούνται περισσότερο με τις διερευνητικές επιδρομές διαφόρων distress funds στα χαρτοφυλάκια των δανείων τους παρά με τις ανάγκες στήριξης των επιχειρήσεων πελατών τους – αυτό που προέχει για τον κλάδο μας είναι να σταματήσουν επιτέλους οι πάσης μορφής επιβαρύνσεις που ξεφυτρώνουν δεξιά και αριστερά, τόσο οι φορολογικές όσο και αυτές που άπτονται των ανελαστικών δαπανών και του λειτουργικού τους κόστους.

Ευελπιστούμε ότι το θέμα του Ενιαίου Φόρου Ακινήτων θα κινηθεί σε μία βάση λογικής για τα ξενοδοχειακά ακίνητα και περιμένουμε να δούμε το τελικό κείμενο του νομοσχεδίου για να το επιβεβαιώσουμε.

Ζητάμε, να επιλυθεί έστω και την ύστατη αυτή ώρα το θέμα των αναγκών θέρμανσης των ξενοδοχείων σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Θέμα στο οποίο τα ξενοδοχεία έχουν αδικηθεί και επιβαρύνονται παράλογα.

Σε αυτό το κεφάλαιο, ανανεώνουμε το αίτημά μας, την παράκλησή μας, να εξοφληθούν, επιτέλους, οι οφειλές από τα προγράμματα κοινωνικού τουρισμού του ΕΟΤ. Για πολλές επιχειρήσεις, τα ποσά που εκκρεμούν είναι πολύτιμα.

Επιπρόσθετα, επισημαίνουμε το ζήτημα της παραχώρησης της απλής χρήσης αιγιαλού – να μην θυμίσω τι σκηνικά είδαμε φέτος – όπου, πρώτον, υπάρχει πλέον νομικό κενό και δεύτερον, πρέπει να εξορθολογιστούν τα προβλεπόμενα για τις μισθώσεις.

Και φυσικά, περιμένουμε να μπει ένα τέλος στον απίστευτο παραλογισμό με τα πνευματικά-συγγενικά δικαιώματα. Ένα θέμα που κυριολεκτικά βασανίζει χιλιάδες ξενοδοχεία. Περιμένουμε από τον υπουργό Πολιτισμού να προχωρήσει επιτέλους σε μία ρεαλιστική και δίκαιη λύση.

 

Όλοι, φυσικά, θέλουμε και περιμένουμε τις μεγάλες επενδύσεις στον τουρισμό, αλλά η ενθάρρυνση, η υποστήριξη και η διευκόλυνση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στον ξενοδοχειακό κλάδο πρέπει να έχει προτεραιότητα.

Η μικρομεσαία ελληνική ξενοδοχειακή επιχείρηση είναι η δύναμη, είναι η βάση του ελληνικού τουρισμού. Πρέπει να της δοθεί η δυνατότητα να επενδύσει, να εκσυγχρονιστεί, να αναβαθμιστεί, να επεκταθεί. Με ευνοϊκούς όρους, ξεκάθαρες προϋποθέσεις και ρεαλιστικές συνθήκες.

Υπό αυτήν την έννοια, ο Τουρισμός, η ελληνική Ξενοδοχία, θέλει – να πω απαιτεί ; – δικό του τομεακό πρόγραμμα στο νέο ΕΣΠΑ, διαχειρίσιμο από το Υπουργείο του, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και στις απαιτήσεις της αγοράς.

 

Το άλλο μεγάλο ζήτημα, παραμένει η επανατοποθέτηση του τουριστικού μας προϊόντος στις αγορές ενδιαφέροντος και η αποτελεσματική προώθηση, προβολή και το marketing των προορισμών μας.

Εδώ, πέραν των ενεργειών του υπουργείου και του ΕΟΤ ο ρόλος και η αποστολή της Marketing Greece, θα είναι καθοριστικός και καταλυτικός. Από τις αρχές του χρόνου, πιστεύουμε ότι η υπόθεση του marketing του ελληνικού προορισμού θα τεθεί σε νέα βάση και δυναμική.

Η καλή προετοιμασία, ο συντονισμός και η συνεργασία στο θέμα της χορήγησης θεωρήσεων σε αγορές όπως η Ρωσία, απέδειξε τι αποτελέσματα, άμεσα, μπορούμε να επιτύχουμε. Σε αυτό το θέμα, δεν μιλάμε απλώς για συνέχεια αυτών των πρακτικών αλλά και για επέκταση και εφαρμογή τους και σε άλλες αγορές, όπως άλλα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, η Άπω Ανατολή, η Κίνα, η Ινδία και αλλού.

 

Το θέμα της visa, μας περνάει στο γενικότερο ζήτημα της προσβασιμότητας και των υποδομών. Φέτος είχαμε ρεκόρ αφίξεων και όλοι βρισκόμασταν με σταυρωμένα δάκτυλα για το πως θα ανταποκριθούν οι βασικές μας υποδομές, τα δίκτυα και εν τέλει οι ίδιοι οι προορισμοί.

Στην ουσία του και πριν ασχοληθούμε με τις αποκρατικοποιήσεις και τις επενδύσεις σε αεροδρόμια, ενεργειακά δίκτυα κ.λπ., το ζήτημα είναι απλό: κάθε χρόνο πρέπει να γίνουν περίπου οι ίδιες προετοιμασίες, τα ίδια έργα συντήρησης και αποκατάστασης, να λειτουργούν οι ίδιες υπηρεσίες και να αντιμετωπίζονται τα ίδια ζητήματα.

Καθαριότητα, διαχείριση απορριμμάτων, εξωραϊσμός κοινόχρηστων χώρων, περιποίηση χώρων πρασίνου, διαγραμμίσεις,  σήμανση, φωτισμός, ρυθμίσεις κυκλοφορίας, αστυνόμευση, αξιοπρεπής κατάσταση σε αεροδρόμια, λιμάνια, κ.λπ..

Κάθε χρόνο τα ίδια πρέπει να γίνονται και κάθε χρόνο, σε πολλές περιοχές είτε τρέχουν όλοι με την ψυχή στο στόμα, είτε πρέπει να παρέμβει ο τάδε και ο δείνα υπουργός από την Αθήνα, προκειμένου να προγραμματιστούν και να ολοκληρωθούν στην ώρα τους κάποιες εργασίες.

Πόση προσπάθεια και σκέψη απαιτείται να για να καταλάβουν οι υπεύθυνοι της  Τοπικής μας Αυτοδιοίκησης ότι με το κλείσιμο κάθε τουριστικής περιόδου, θα πρέπει να ξεκινούν τις διαδικασίες προετοιμασίας της επόμενης;

Είδατε σήμερα τους Περιφερειάρχες. Ελπίζω να βγάλατε άκρη. Λόγω της προεκλογικής περιόδου, υποπτευόμαστε ότι θα υπάρχουν καλύτερα αντανακλαστικά, αλλά η προεκλογική περίοδος σταματά τον Μάιο, ενώ η τουριστική περίοδος, ουσιαστικά ξεκινά τότε. Και όλοι καταλαβαίνουμε τι μπορεί να σημαίνει αυτό.

 

Κλείνοντας, αφήνω τελευταίο, στη σειρά αλλά όχι σε σημασία, το μείζον θέμα του εσωτερικού τουρισμού.

Ξέρετε πολύ καλά ότι η πλειονότητα των ελληνικών ξενοδοχείων δέχθηκε ένα παράλληλο σοβαρότατο πλήγμα, με την κατάρρευση της εσωτερικής αγοράς τουρισμού.

Όσο καλά και αν εξελίσσεται ο εισερχόμενος τουρισμός, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων αλλά και προορισμών ολόκληρων σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, βασίζεται στην εσωτερική μας αγορά.

Η αναβίωσή της, το να σχεδιάσουμε και να καταλήξουμε σε τρόπους τόνωσης του εσωτερικού τουρισμού, θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικής σημασίας μέλημα και της Πολιτείας και του ιδιωτικού τομέα.

Η Ομοσπονδία μας έχει επεξεργαστεί και καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση, τις αγκάλιασε και τις ενέκρινε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, τις καταθέσαμε για δεύτερη φορά σε διάστημα δύο χρόνων, στο αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας. Αναμένουμε την ανταπόκριση της κυβέρνησης, για τη λήψη γενναίων και ριζοσπαστικών μέτρων που θα διευκολύνουν την επίτευξη του σημαντικού αυτού στόχου.