Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων κάνει τον απολογισμό του 2025, μιλά για τις στρεβλώσεις των βραχυχρόνιων μισθώσεων, τις ελλείψεις προσωπικού και τις προϋποθέσεις ανταγωνιστικότητας του τουριστικού προϊόντος.
Ο ελληνικός τουρισμός το 2025 συνέχισε να καταγράφει υψηλές επιδόσεις, «κλείνοντας» με αυξημένα έσοδα αλλά οριακή άνοδο αφίξεων, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του κλάδου, αλλά και τα όριά του. Τι σημαίνουν όμως οι επιδόσεις αυτές για το μέλλον και ποιες προϋποθέσεις απαιτούνται ώστε η ανάπτυξη να μην εξαντλεί προορισμούς, επιχειρήσεις και ανθρώπους;
Σε αυτή τη συγκυρία, ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, κ.Γιάννης Χατζής, ανοίγει τον δημόσιο διάλογο μέσα από τις σελίδες του «ΠτΘ», κάνοντας έναν νηφάλιο απολογισμό της χρονιάς που πέρασε και χαράσσοντας τις βασικές προτεραιότητες για το 2026.
Μιλά για τις στρεβλώσεις που προκαλεί η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων, τις σοβαρές ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού, τη βαριά φορολογική επιβάρυνση του κλάδου, αλλά και για την ανάγκη ενός ξεκάθαρου, μακροπρόθεσμου σχεδίου που θα μετατρέψει τη ζήτηση σε πραγματική, βιώσιμη αξία.
Δηλώνοντας παράλληλα την «πίστη» του και στην τουριστική δυναμική της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, παραθέτοντας τον κατά την άποψή του «οδικό χάρτη» προκειμένου αυτή να φτάσει στο απόγειο της.
ΠτΘ: κ.Χατζή, το έτος που αφήσαμε πίσω μας ο τουρισμός σημείωσε νέες επιδόσεις ρεκόρ, με αύξηση εσόδων παρά την οριακή αύξηση των αφίξεων. Κοιτώντας πίσω πώς αξιολογείτε εσείς το 2025;
Γ.Χ.: Το 2025 ήταν μια χρονιά ωρίμανσης, αλλά χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς με το τι ακριβώς «γράφουν» οι αριθμοί. Φαινομενικά, η εικόνα ότι η αξία αυξήθηκε περισσότερο από τον όγκο δείχνει πως ο προορισμός λειτουργεί καλύτερα σε επίπεδο προϊόντος, στόχευσης και τιμολόγησης. Αυτό ισχύει σε έναν βαθμό, όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι ένα μεγάλο κομμάτι της αύξησης εσόδων εξηγείται από τον πληθωρισμό, πάνω από 6%. Δηλαδή, το βασικό μέρος της αύξησης είναι ονομαστικό και όχι πραγματικό.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της επίδοσης, αλλά μας υποχρεώνει να δούμε τη μεγάλη εικόνα: όσο ο τουρισμός ανεβάζει ταχύτητα, τόσο εμφανίζεται το πραγματικό όριο της χώρας, που δεν είναι η διάθεση των επισκεπτών να έρθουν, αλλά η ικανότητα της πολιτείας να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις υποδοχής των επισκεπτών με τον βέλτιστο τρόπο, τόσο για αυτούς όσο και για τους μονίμους κατοίκους των περιοχών. Με απλά λόγια, το 2025 μας έδειξε ότι υπάρχει ζήτηση και δυναμική. Το 2026 θα κρίνει αν μπορούμε να τη μετατρέψουμε σε πραγματική, καθαρή αξία για την οικονομία, με βιώσιμο και θεσμικά οργανωμένο τρόπο.
«Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις εμπόδια στη στρατηγική της ποιοτικής αναβάθμισης»
ΠτΘ: Επίσης, το έτος που αφήνουμε πίσω μας έδειξε την καθιέρωση ενός νέου μοντέλου, με περισσότερα αλλά μικρότερης διάρκειας ταξίδια, διακοπές εκτός υψηλής ζήτησης και μεγάλη άνοδο σε βραχυχρόνιες μισθώσεις και εναλλακτικά καταλύματα. Πόσο εμφανείς είναι οι αλλαγές αυτές στον κλάδο σας και πόσο τον επηρεάζουν;
Γ.Χ.: Οι αλλαγές αυτές είναι πλέον δομικές. Ο επισκέπτης ταξιδεύει συχνότερα αλλά μένει λιγότερες νύχτες, κάτι που πιέζει τη λειτουργία και ανεβάζει το κόστος ανά διανυκτέρευση, γιατί αυξάνει τις εναλλαγές, τις ανάγκες προσωπικού, τις απαιτήσεις καθαριότητας και την πολυπλοκότητα της καθημερινής διαχείρισης.
Το πιο κρίσιμο όμως είναι το τρίτο σκέλος που αναφέρατε: η μεγάλη άνοδος των βραχυχρόνιων μισθώσεων και των εναλλακτικών καταλυμάτων. Εδώ, πρακτικά, έχει εισαχθεί ένα παραξενοδοχειακό προϊόν από την πίσω πόρτα. Και το λέω έτσι, γιατί δεν μιλάμε απλώς για «μια διαφορετική επιλογή διαμονής». Μιλάμε για χιλιάδες κλίνες που λειτουργούν με προδιαγραφές, ελέγχους και υποχρεώσεις ασύμμετρες σε σχέση με την οργανωμένη φιλοξενία. Στην πράξη οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και τα εναλλακτικά καταλύματα χαμηλής κατηγορίας, λειτουργούν σαν εμπόδια στη στρατηγική της ποιοτικής αναβάθμισης, γιατί διογκώνουν την προσφορά σε χαμηλότερο επίπεδο και συμπιέζουν την αγορά προς τη μετριότητα.
Και δεν είναι μόνο ξενοδοχειακό θέμα. Επηρεάζεται και ο εμπορικός κόσμος και η εστίαση. Όταν ένα μεγάλο μέρος της ζήτησης κατευθύνεται σε μοντέλα διαμονής που ενθαρρύνουν τη χαμηλή δαπάνη, το χρήμα δεν κυκλοφορεί όπως θα έπρεπε στην εθνική οικονομία. Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση: αυξάνεται ο αριθμός των επισκεπτών ή των διανυκτερεύσεων σε επίπεδο ροής, αλλά το αποτύπωμα ανά επισκέπτη γίνεται φτωχότερο, ενώ οι υποδομές επιβαρύνονται περισσότερο.
«Η αποτελεσματικότητα των μέτρων κρίνεται στον έλεγχο, στη συνέπεια και στη διάρκεια»
ΠτΘ: Στο κομμάτι της βραχυχρόνιας μίσθωσης η κυβέρνηση εξήγγειλε και υλοποίησε μέτρα για να μειώσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό με τα ξενοδοχεία και τα λοιπά τουριστικά καταλύματα. Πώς κρίνετε τα μέτρα αυτά και αν υπάρχουν μετρήσιμα αποτελέσματα, ποια η έως τώρα αποτελεσματικότητά τους;
Γ.Χ.: Η σωστή συζήτηση δεν είναι «ξενοδοχεία απέναντι σε βραχυχρόνιες μισθώσεις». Η σωστή συζήτηση είναι ισονομία, ασφάλεια, διαφάνεια και προστασία της κατοικίας εκεί που υπάρχει πίεση. Υπό αυτή την έννοια, το ότι μπαίνουν ορισμένοι βασικοί κανόνες συμμόρφωσης και επιχειρείται να υπάρχει καλύτερη καταγραφή της δραστηριότητας, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Το κρίσιμο όμως είναι η εφαρμογή, γιατί η αποτελεσματικότητα κρίνεται στον έλεγχο, στη συνέπεια και στη διάρκεια.
Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη πιο δύσκολο, αλλά υπαρκτό θέμα: σε ορισμένες περιοχές, ειδικά σε παραθεριστικές ζώνες, δεν μιλάμε απλώς για «γκρίζα» φιλοξενία. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις παραοικονομίας και παράνομης εκμετάλλευσης ακινήτων μέσω δήθεν «δωρεάν φιλοξενίας φίλων», ενώ στην πραγματικότητα η διαμονή έχει προπωληθεί ως πακέτο στο εξωτερικό, χωρίς να περνά από ελληνικά κανάλια, χωρίς φορολογικό αποτύπωμα και χωρίς κανόνες. Παράλληλα, βλέπουμε πρακτικές όπου η κατανάλωση «εισάγεται» έτοιμη, με προμήθειες που έρχονται οργανωμένα από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα οι επισκέπτες να επιβαρύνουν υποδομές και δημόσιους πόρους, αλλά να αφήνουν ελάχιστα στην ελληνική οικονομία.
Αυτό δεν αντιμετωπίζεται με ευχές. Θέλει στοχευμένους ελέγχους, διασταύρωση στοιχείων, συνεργασία με πλατφόρμες, αυστηρή εφαρμογή κανόνων, και ξεκάθαρες υποχρεώσεις ασφάλειας και ευθύνης. Αν δεν χτυπήσεις τη «βαριά» παραβατικότητα και τις οργανωμένες πρακτικές, τότε τιμωρείς τους συνεπείς και αφήνεις το πρόβλημα να μεγαλώνει. Και στο τέλος, δεν χάνει μόνο ο ξενοδοχειακός κλάδος. Χάνει το κράτος, χάνει ο νόμιμος επιχειρηματίας, χάνει ο προορισμός, γιατί φθείρεται η ποιότητα, η εικόνα και η κοινωνική ισορροπία.
«Η “τέχνη” της ξενοδοχίας πρέπει να επιστρέψει στον πυρήνα της επιλογής καριέρας»
ΠτΘ: Ο ξενοδοχειακός κλάδος, παρά τη δυναμική του, αντιμετωπίζει προκλήσεις, ανάμεσά τους και το ζήτημα των τεράστιων ελλείψεων σε προσωπικό, ιδιαίτερα εξειδικευμένο. Ποιες είναι οι προτάσεις σας για την προσέλκυση νέων εργαζομένων;
Γ.Χ.: Το ανθρώπινο δυναμικό είναι το πιο κρίσιμο θέμα και δεν είναι ελληνικό, είναι ευρωπαϊκό. Η έλλειψη προσωπικού στον τουρισμό και στη φιλοξενία αφορά όλη την Ευρώπη, γιατί σχετίζεται με τη δημογραφία, τις προσδοκίες των νέων, το κόστος ζωής και τη συνολική μεταβολή της αγοράς εργασίας. Αν το αντιμετωπίσουμε σαν μια απλή «διαπραγμάτευση μισθού», θα χάσουμε την ουσία.
Σήμερα, σε μεγάλο μέρος της αγοράς, η δουλειά στα ξενοδοχεία τείνει να αντιμετωπίζεται ως λύση ανάγκης, όχι ως επιλογή. Και αυτό είναι το μεγάλο καμπανάκι. Όχι επειδή οι αμοιβές δεν έχουν βελτιωθεί. Αντιθέτως, ο μισθός έχει γίνει ακριβός και υψηλός συγκριτικά με άλλους παρόμοιους κλάδους, με αποτέλεσμα η πίεση στο κόστος να είναι πραγματική. Το πρόβλημα είναι ότι δεν αρκεί ο μισθός για να ξαναχτιστεί το κύρος και η προοπτική του επαγγέλματος.
Η φιλοξενία ξεκίνησε ως τέχνη. Η ελληνική τουριστική υπεραξία χτίστηκε από προηγούμενες γενιές πάνω στη λεπτομέρεια, στο φιλότιμο, στη συνέπεια, στην προσωπική φροντίδα, σε μια κουλτούρα φιλοξενίας που δεν ήταν τυποποιημένη. Αυτή η «τέχνη της ξενοδοχίας» πρέπει να επιστρέψει στον πυρήνα της επιλογής καριέρας. Πρέπει ο νέος να βλέπει ένα επάγγελμα με ταυτότητα, εξέλιξη και περηφάνια, όχι μια προσωρινή λύση ανάγκης.
Άρα η λύση είναι τριπλή: πρώτον, σύγχρονη εκπαίδευση με πραγματικές δεξιότητες, πιστοποιήσεις και διαδρομές εξέλιξης. Δεύτερον, συνθήκες ζωής, γιατί σε πολλούς προορισμούς το εμπόδιο είναι η στέγαση και το αυξημένο κόστος καθημερινότητας. Τρίτον, οργάνωση εργασίας που να σέβεται τον άνθρωπο, με προβλεψιμότητα, σωστή στελέχωση και συνεχή εκπαίδευση. Και φυσικά, επειδή είναι ευρωπαϊκό ζήτημα, απαιτείται και ευρωπαϊκή προσέγγιση στη νόμιμη κινητικότητα εργαζομένων και στις διαδικασίες εποχικής εργασίας, ώστε να μη λειτουργεί η έλλειψη προσωπικού ως μηχανισμός υποβάθμισης του προϊόντος.
«Ο τουρισμός αντέχει – αλλά η Πολιτεία πρέπει να τον στηρίξει»
ΠτΘ: Ποιες είναι οι προκλήσεις του κλάδου για το νέο έτος και ποιες οι προοπτικές ευρύτερα για τον τουρισμό;
Γ.Χ.: Αν μου ζητάτε να το συμπυκνώσω σε μία λέξη για το 2026, θα πω ανταγωνιστικότητα. Και η ανταγωνιστικότητα δεν είναι σύνθημα. Είναι το τελικό αποτέλεσμα της φορολογίας, του κόστους λειτουργίας, της πρόσβασης σε χρηματοδότηση, της σταθερότητας κανόνων και της δυνατότητας να επενδύεις.
Ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος σηκώνει μια εξαιρετικά βαριά άμεση και έμμεση φορολογική επιβάρυνση. Αυτό δεν είναι θεωρητικό, είναι κάτι που το πληρώνεις σε κάθε χρήση, σε κάθε τιμολόγιο, σε κάθε απόφαση για επένδυση, σε κάθε προσπάθεια να κρατήσεις ποιότητα. Και όταν ανταγωνίζεσαι στη Μεσόγειο με χώρες που έχουν χαμηλότερο κόστος και συχνά πιο επιθετική πολιτική κινήτρων, η φορολογία γίνεται καθοριστικός παράγοντας.
Αν η πολιτεία επιλέγει, για τους δικούς της λόγους, να διατηρεί τόσο υψηλή έμμεση επιβάρυνση, τότε τουλάχιστον πρέπει να υπάρχει ένα καθαρό, δεσμευτικό αντιστάθμισμα υπέρ του προϊόντος: ένα πολυετές πρόγραμμα επενδύσεων σε δημόσιες υποδομές πολλών δισεκατομμυρίων σε ορίζοντα 10 έως 15 ετών, ως έμπρακτη απόδειξη ότι το κράτος επενδύει στην ανθεκτικότητα του κλάδου και στο αύριο της χώρας. Γιατί αλλιώς δημιουργείται μια ανισορροπία: ο κλάδος επιβαρύνεται σε σημείο που μειώνει την επενδυτική του αντοχή, αλλά ο προορισμός δεν αναβαθμίζεται με την απαιτούμενη ταχύτητα, με αποτέλεσμα να φθείρεται η εμπειρία και να απειλείται η θέση μας στη διεθνή αγορά.
Η ανταγωνιστικότητα, λοιπόν, θα κριθεί στο αν θα αποκτήσουμε ένα σταθερό και δίκαιο πλαίσιο που να επιβραβεύει την ποιότητα, να αφήνει χώρο για επένδυση και να μετατρέπει μέρος της επιβάρυνσης σε ορατό όφελος για τις επιχειρήσεις και την τοπική κοινωνία. Αυτό είναι το στοίχημα. Όχι να «αντέξουμε» άλλη μία σεζόν, αλλά να κρατήσουμε την Ελλάδα ψηλά χωρίς να εξαντλούμε τις επιχειρήσεις και τους προορισμούς.
«Η ΠΑΜ-Θ χρειάζεται προορισμούς με σαφή προϊόντα και καθαρή στόχευση»
ΠτΘ: Τέλος, η Περιφέρεια ΑΜ Θ, με την εξαίρεση ίσως του Έβρου και συγκεκριμένα της Αλεξανδρούπολης, υστερεί σε τουρισμό και άρα και σε σχετικές υποδομές. Μικρός αριθμός κλινών, υπηρεσίες χαμηλότερης της ζητούμενης ποιότητας, έλλειψη αναπτυξιακής στρατηγικής και επενδύσεων από πλευράς των επαγγελματιών του κλάδου είναι μόλις κάποια από τα όσα χαρακτηρίζουν τον κλάδο στην περιοχή. Πώς μπορεί η πραγματικότητα αυτή να ανατραπεί και πού κατά την άποψή σας πρέπει ως περιοχή να στοχεύσουμε;
Γ.Χ.: Δεν συμφωνώ ότι η Περιφέρεια ΑΜ Θ υστερεί συνολικά και άρα δεν έχει τουριστική ταυτότητα. Η ταυτότητα υπάρχει, απλώς είναι πολυκεντρική και δεν συμπυκνώνεται εύκολα σε ένα ενιαίο αφήγημα. Η γεωγραφία της Περιφέρειας δημιουργεί ήδη σαφείς αγορές αναφοράς, κυρίως από γειτονικές χώρες, ενώ η Θάσος λειτουργεί ως ισχυρός καλοκαιρινός προορισμός. Παράλληλα, η Αλεξανδρούπολη αναβαθμίζει το brand της Θράκης, η Δράμα έχει προοπτική να ξεχωρίσει σε γαστρονομία και φυσιολατρία με αιχμή τον δωδεκάμηνο τουρισμό δραστηριοτήτων βουνού, και συνολικά η Περιφέρεια έχει προϊόν που μπορεί να δουλέψει με μεγαλύτερη διάρκεια.
Το ζητούμενο δεν είναι να πουλήσουμε την Περιφέρεια ως έναν ενιαίο προορισμό, αλλά να οργανώσουμε ένα χαρτοφυλάκιο επιμέρους προορισμών με σαφή προϊόντα και καθαρή στόχευση, ώστε να ανεβαίνουν σταθερά η ποιότητα, η πληρότητα και το έσοδο. Για να ανατραπεί η σημερινή εικόνα σε κλίνες, υπηρεσίες και επενδύσεις, χρειάζονται τρεις παράλληλες κινήσεις: βελτίωση συνδεσιμότητας και πρόσβασης, δημιουργία ενός προϊόντος με διάρκεια και αναβάθμιση της ποιότητας με συνεργασίες και μετρήσιμους στόχους. Όταν υπάρχει καθαρή θέση, σχέδιο και απόδοση, οι ιδιωτικές επενδύσεις ακολουθούν.
Πηγή : www.paratiritis-news.gr
1
Σταδίου 24, 105 64, Αθήνα
Τηλ.: 210-3312535–6
Fax: 210-3230636
E- mail : info@hhf.gr